Ο Προφήτης Ηλίας και ένα πανηγύρι που δεν ξεχνιέται

Τι με συγκλόνισε – και γιατί δεν ήταν ο σεισμός.

Πανηγύρι – Εορτή Προφήτη Ηλία

Τρία πράγματα με ταρακούνησαν φέτος στην Κρήτη: η εξόρμηση στο Ροδωπού, το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, και ένας σεισμός 5,3 βαθμών.

Για τα δύο πρώτα ευθύνεται η Κρήτη μαζί με τη Σολτυσόβα· για το τρίτο, οι επιστήμονες ακόμη διαφωνούν: ήταν σεισμικό φαινόμενο ή η ίδια η Σολτυσόβα.

Σήμερα όμως μιλώ για το πανηγύρι. Με μια μικρή προσωπική χορδή – γι’ αυτό, “tread softly because you tread on my dreams”.

Πάντα έλεγα πως η Κρήτη είναι οι άνθρωποί της. Οι παραλίες είναι όμορφες, τα βουνά ψηλά, οι τοιχογραφίες λαμπερές, αλλά χωρίς ανθρώπους, χωρίς το βίωμα της κοινότητας, όλα αυτά δεν είναι παρά ένα παζάρι της ματαιότητας. Δεν είχα ιδέα πως στον λόφο που ήδη γνώριζα γινόταν πανηγύρι. Και είχα την απίστευτη τύχη να συμμετάσχω. Με τα πόδια θα μου έπαιρνε τρεις ώρες – έτσι το θυμόμουν τουλάχιστον. Αυτή τη φορά, χάρη στον Μπαντζιόρκο, η ανάβαση ήταν πολύ πιο σύντομη. Και οι εικόνες στη διαδρομή… κόβουν την ανάσα. Το τοπίο αλλάζει σαν να κοιτάς καλειδοσκόπιο.

Δεν ήξερα τι να περιμένω. Είχα ξαναβρεθεί σε πανηγύρια, όχι όμως σε ένα που απαιτεί σκαρφάλωμα. Το μόνο που ήξερα ήταν πως δεν θα ήταν τουριστική εκδήλωση, αλλά μάζωξη ντόπιων, σε στενό κύκλο. Δεν ήξερα πώς θα με υποδεχτούν, αν θα κάνω καμιά γκάφα. Με λίγο άγχος και λίγη ελπίδα, καθόμουν στην καρότσα του Μπαντζιόρκου και χάζευα το τοπίο που άλλαζε κάθε λίγα δευτερόλεπτα.

Τα τελευταία εκατό μέτρα υψομετρικά τα κάνεις με τα πόδια, από στενό μονοπάτι – όχι δύσκολο, απλώς επίπονο. Και μόλις φτάσεις στην κορυφή… αρχίζει το πραγματικό θέαμα. Όλη η Γραμβούσα, το Φαλάσαρνα, ο Πλάτανος, το Καστέλλι – όλα μπροστά σου, λουσμένα στο χρυσαφένιο φως του ηλιοβασιλέματος. Άξιζε. Ακόμη κι αν έπρεπε να κουβαλήσω τον Μπαντζιόρκο στην πλάτη μου, θα άξιζε.

Ο φόβος μου – πώς θα με δεχτούν, αν θα μοιάζει σαν να εισβάλλω σε ξένη ιερή στιγμή – αποδείχτηκε φαντασία. Το άρρητο μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: «ανέβηκες ως εδώ μαζί μας, μοιράζεσαι τη στιγμή, τρως από το ίδιο πιάτο – είσαι δικός μας». Ήταν μια εμπειρία από τις σπάνιες. Κάτι που πάντα αγαπούσα στην Κρήτη περισσότερο κι από τα τοπία. Οι άνθρωποι είναι η ουσία του νησιού· δεν αλλάζω γνώμη. Χωρίς αυτούς, χωρίς την ανεπιτήδευτη φιλοξενία τους, το νησί δεν θα ήταν τίποτα.

Ξέρω όμως και κάτι άλλο: όσο κι αν με συμπαθούν, θα είμαι πάντα ξένο σώμα. Δεν μοιράζομαι τη ζωή τους, τις έγνοιες τους, τη φτώχεια τους. Δεν θα καταλάβω ποτέ ολοκληρωτικά τι σημαίνει να ζεις στην Κρήτη. Μπορώ μόνο να προσπαθώ να μην είμαι ενοχλητικός, να δείχνω λίγη ενσυναίσθηση όταν μπαίνω – ως τουρίστας δύο εβδομάδων – στην καθημερινότητα άλλων ανθρώπων. Κάθε χρόνο νομίζω πως καταλαβαίνω περισσότερα· και κάθε χρόνο διαπιστώνω ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα. Η ματιά μου πέρασε από την ανέμελη άγνοια στη σιωπηλή περισυλλογή. Από την ελαφρότητα στην προσπάθεια να δω τι κρύβεται πίσω από χαμόγελα και φιλοξενία. Να δω πίσω από την κουρτίνα που κρύβει την αληθινή κρητική ψυχή. Σήμερα δεν τα βλέπω όλα ροζ· τα βλέπω γκρίζα. Σήμερα το «σιγά σιγά» το καταλαβαίνω όχι μόνο ως φιλοσοφία ζωής, αλλά και ως σκιά: φτώχεια, γηρατειά, μοναξιά, παραίτηση. Κάπως σαν τον Γκαστόν Σβέικ, που έκρυβε την τραγωδία του με χιούμορ και αυτοειρωνεία. Όσο περισσότερο βλέπω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω – και τόσο πιο πολύ με πονά που δεν βλέπουμε τι κρύβεται από κάτω.

Και δεν ξέρω πια αν επιτρέπεται να χαίρομαι ή αν πρέπει μόνο να θλίβομαι. Αν επιτρέπεται να βρίσκομαι εκεί. Αν έχω το δικαίωμα να αγγίζω τις ζωές τους. Αν η γοητεία που μου προκαλούν δικαιολογεί το ότι ταράζω την καθημερινότητά τους. Είμαι ενοχλητικός; Μια μικρή χαραμάδα ελπίδας; Ή μια περαστική σκιά που δεν μετράει; Δεν ξέρω πια. Κάθε χρόνο γίνομαι πιο χαζός και πιο μελαγχολικός.

Και μετά λένε πως τα ταξίδια διευρύνουν το μυαλό!

Πανηγύρι – Εορτή Προφήτη Ηλία

Αυτό το πανηγύρι ήταν διαφορετικό από όλα τ’ άλλα. Χωρίς μουσική· απλώς άνθρωποι μαζί, στη σιωπή, στη συζήτηση, στο μοίρασμα. Κάτι από την ιστορία του Ηλία μού θύμισε – και φυσικά θα την πω, γιατί δεν κρατιέμαι. Μια υπέροχη εμπειρία, που σίγουρα θα θελήσω να ξαναζήσω.

Ο θεσμός του πανηγυριού είναι μάλλον τόσο παλιός όσο και η Ελλάδα η ίδια – όχι η σύγχρονη δημοκρατία, αλλά η άλλη, η αρχαία. Ήδη στον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον όρο «πανήγυρις» για τις θρησκευτικές γιορτές με προσευχές, πομπές και κοινό φαγητό. Στην Καινή Διαθήκη, στην Προς Εβραίους, εμφανίζεται η λέξη «πανηγύρει». Στο Βυζάντιο, οι πανηγύρεις ήταν θρησκευτικές γιορτές μαζί με κάτι που σήμερα θα λέγαμε παζάρι. Και η παράδοση ζει ακόμη – όχι μόνο στην Κρήτη.

Και τώρα, ο Ηλίας. Όσοι ξέρουν, ξέρουν. Όσοι δεν ξέρουν, ας ακούσουν.

Τα εκκλησάκια του Προφήτη Ηλία χτίζονται συνήθως πάνω σε υψώματα. Λαϊκή παράδοση, αλλά με ρίζες στην ιστορία του προφήτη. Δεν θα σας κουράσω με όλη την αφήγηση – αν και είναι συναρπαστική. Ο Ηλίας δεν είναι μνημειακή φιγούρα. Αμφιβάλλει, πέφτει, φοβάται· κι όμως αυτός μόνος αξιώνεται να αρπαχτεί στον ουρανό με πύρινη άμαξα.

Το σημαντικότερο όμως είναι το βουνό. Το Χωρήβ. Εκεί όπου, κυνηγημένος, περπατά σαράντα μέρες και τελικά συναντά τον Θεό. Πριν όμως από τη θεοφάνεια έρχονται άνεμος, σεισμός και φωτιά. Και ο Θεός δεν βρίσκεται σε κανένα από αυτά. Μόνο στη «φωνή αύρας λεπτής», στον «σιγανό άνεμο της σιωπής», αποκαλύπτεται η παρουσία Του.

Αυτό είναι το μήνυμα του Ηλία. Όχι μόνο θρησκευτικό – βαθιά ανθρώπινο. Μην ψάχνεις το νόημα στα θεαματικά· ψάξ’ το στην ησυχία. Κι έτσι, εντελώς κατά λάθος, ακολουθώντας τον Ηλία, θέλω κι εγώ να γνωρίζω την Κρήτη σιγά, μακριά από τον θόρυβο, χωρίς σχέδια, απλώς στη διαδρομή. Θέλω να ακούω τον ψίθυρο της σιωπής, στεκόμενος λίγο στο πλάι – χωρίς να ενοχλώ κανέναν.

Και για τους υπομονετικούς, στο τέλος του πανηγυριού, η φύση χαρίζει το πιο εντυπωσιακό θέαμα: το ηλιοβασίλεμα. Σαν την τελευταία λάμψη της άμαξας που πήρε τον Ηλία στον ουρανό.