Κρήτη – ιστορία γραμμένη με ασβέστη
Πώς διαβάζω την Κρήτη μέσα από ασβέστη, τοιχογραφίες και εκκλησάκια.
Η Κρήτη – ένα ανοιχτό βιβλίο γραμμένο με ασβέστη
Η Κρήτη είναι ένα νησί που το διαβάζεις όπως ένα βιβλίο. Όχι ένα ολοκαίνουριο, καλοδεμένο και ευωδιαστό. Ένα παλιό, λίγο ταλαιπωρημένο, με ζαρωμένες σελίδες, υγρασία στις άκρες και σκόνη που κάθεται σαν ιστορία. Μόνο που εδώ οι σελίδες είναι οι τοίχοι των ξωκλησιών και το μελάνι είναι το χρώμα ανακατεμένο με τον ιδρώτα του ζωγράφου και τη σκόνη του ασβέστη. Μπαίνεις σε ένα μικρό εκκλησάκι στο βουνό και αμέσως λαμβάνεις ένα μάθημα ιστορίας του απλού ανθρώπου. Όχι του Ενετού με το βελούδινο μανδύα. Όχι του αξιωματούχου της Γαληνοτάτης. Αλλά του Μανώλη από το χωριό, που μόλις πήγε την κατσίκα στο παζάρι και φοβάται αν θα βρέξει στο αμπέλι.
Και αυτό είναι το ωραιότερο: αυτό το βιβλίο συνεχίζει να γράφεται. Γιατί και σήμερα κάθεσαι με τον Μανώλη στο καφενείο, ακούς για τον τρύγο ή για την κατσίκα που ανέβηκε στη σκεπή και έφαγε τα σταφύλια. Και ξαφνικά, κοιτάζοντας μια τοιχογραφία στο εκκλησάκι, καταλαβαίνεις ότι είναι οι ίδιες ιστορίες – απλώς επτακόσια χρόνια πριν. Άλλα ονόματα, άλλα στιβάνια, ο ίδιος άνθρωπος.
Πάρε για παράδειγμα μια μοναδική τοιχογραφία: η Αγία Άννα που θηλάζει τη Μαρία. Ναι, θηλάζει – χωρίς κουρτίνες και χωρίς θεολογικές ευπρέπειες που προσποιούνται πως τα παιδιά έρχονται από τον αέρα. Θεολογία; Βεβαίως. Αλλά πάνω από όλα, καθρέφτης της καθημερινότητας. Κάθε γυναίκα στο χωριό ήξερε πως χωρίς γάλα δεν υπάρχει ζωή. Ήξερε τι σημαίνει παιδί που κλαίει και το στήθος άδειο. Η Άννα στην κόγχη ήταν «δική τους» – όχι μακρινή, όχι υπερκόσμια. Ήταν μια από αυτές.
Οι τοίχοι των ναών μιλούσαν τη γλώσσα των ανθρώπων. Η κόλαση; Απολύτως πρακτική. Στις φλόγες ψήνεται ο κλέφτης της ελιάς, η γυναίκα με την κακή γλώσσα πνίγεται στη φωτιά, κι ο πονηρός που νερώνει το κρασί δέχεται ξύλο από δαίμονες. Εγχειρίδιο ζωής. Τοπικός ποινικός κώδικας. Χωρίς ανάγνωση – μόνο βλέμμα. Οπτική παιδεία στο μέγιστο βαθμό.
Και ποιος τα ζωγράφισε όλα αυτά; Όχι κάποιος ρομαντικός καλλιτέχνης με επιτηδευμένη γενειάδα. Ένας δουλευτής. Σε ένα χωριό έκανε τοιχογραφίες, στο επόμενο επιδιόρθωνε σκεπές, στο τρίτο κοιμόταν στο στάβλο δίπλα στο γαϊδούρι. Ταξίδευε με το μουλάρι, τα χρώματα τα ανακάτευε ο μαθητευόμενος που αμειβόταν με ένα πιάτο φακές. Ζωγράφιζε από το χάραμα ως το σούρουπο για να προλάβει ως τη γιορτή του αγίου. Και μέσα σε όλη αυτή τη σκληρή δουλειά άφηνε ένα σημάδι: «διὰ χειρὸς Ἰωάννου». Καμιά φορά έβαζε και μια μικρή κρυφή άλω στη γωνία, για να θυμούνται ποιος έμαθε στο χωριό πώς μοιάζει ο παράδεισος και η κόλαση.
Οι ζωγράφοι ήταν σαν τους σημερινούς «freelancers». Τώρα βλέπεις γραφίστα με λάπτοπ στο καφέ, τότε έβλεπες ζωγράφο με τα πινέλα στο σακούλι. Αιώνια καθυστερημένοι, αιώνια απλήρωτοι, αιώνια προσευχόμενοι να κάνει υπομονή ο «πελάτης». Κι όμως, χωρίς αυτούς το βιβλίο της Κρήτης θα ήταν άδειο.
Και από πάνω – οι Ενετοί. Κομψοί κατακτητές που προσπάθησαν να ξεριζώσουν την Ορθοδοξία και να επιβάλουν τη λατινική λειτουργία. Αλλά τι να κάνει ο χωρικός, που τον έκαιγε περισσότερο η ξηρασία από το παπικό διάταγμα; Η Βενετία ονειρευόταν Bellini σε παρεκκλήσια, κι όμως στα κρητικά βουνά γεννιόντουσαν διάβολοι με δόντια, άγιοι με στραβά μύτη και Παναγίες που έμοιαζαν με τη γειτόνισσα από τη λαϊκή. Οι τοιχογραφίες έγιναν σαν αντάρτες με ζωγραφισμένα ράσα – τάχα ιερή τέχνη, μα στην ουσία πράξη αντίστασης.
Και ήταν κι εκείνες οι δοξασίες που κανείς δεν θέλει να λέει δυνατά σήμερα. Δες τοιχογραφίες με γρατζουνισμένα μάτια. Γιατί; Γιατί πίστευαν πως αν σε πονά το μάτι, μπορείς να «δανειστείς» λίγο χρώμα από τον άγιο. Ξύσιμο ελαφρύ, ανάμειξη με λάδι – και να το φάρμακο για τον καταρράκτη. Φαρμακείο από τον τοίχο. Ο άγιος φαρμακοποιός. Λίγη πίστη, λίγος δεισιδαιμονισμός, πολύς πόνος. Και υπήρχαν κι άλλα: κάποιος έπαιρνε από τα χέρια του αγίου για «ρευματισμούς», κάποια φιλούσε τα πόδια του Χριστού για να παντρευτεί η κόρη. Η τοιχογραφία δεν ήταν διακόσμηση – ήταν εργαλείο ζωής.
Και πάλι: δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις στο παρελθόν για να το καταλάβεις. Σήμερα ακόμη συναντάς ανθρώπους με δικές τους ιστορίες, δικούς τους τόπους, δικές τους μικρές τελετές. Πίνεις ρακή μαζί τους και μετά πας στο ξωκλήσι – και ξαφνικά βλέπεις ότι οι πρόγονοί τους ρωτούσαν τα ίδια πράγματα πριν επτακόσια χρόνια. Πώς θα θρέψω την οικογένεια; Πώς θα περάσει ο χειμώνας; Πώς θα γλιτώσω την αρρώστια; Πώς θα αντέξω τον κατακτητή; Οι τοιχογραφίες δεν λένε ψέματα – είναι ανοιχτό βιβλίο.
Διαβάζοντας αυτούς τους τοίχους βλέπεις τον κόσμο του απλού ανθρώπου. Έναν κόσμο όπου η θεολογία ανακατευόταν με το κουτσομπολιό, το ιερό με το δεισιδαιμονικό, κι η ζωγραφική δεν ήταν «υψηλή τέχνη» αλλά εγχειρίδιο ζωής. Για εμάς – μνημείο, «βυζαντινο-βενετικές τοιχογραφίες». Για εκείνους – εφημερίδα, ωροσκόπιο, ποινικός κώδικας και γεωργικό σύγγραμμα μαζί.
Η Κρήτη είναι πράγματι ανοιχτό βιβλίο. Αλλά για να το διαβάσεις, πρέπει να σκύψεις, να μπεις στο ξεχασμένο ξωκλήσι και να κοιτάξεις αυτούς τους φαγωμένους τοίχους. Και τότε, ανάμεσα σε αγίους και δαίμονες, ανακαλύπτεις κάτι ακόμη: ότι ο άνθρωπος πριν επτακόσια χρόνια κι ο άνθρωπος σήμερα είναι το ίδιο πλάσμα. Με τον ίδιο φόβο, την ίδια ελπίδα, την ίδια ανάγκη να βρει νόημα.
Και θα σου πω την αλήθεια – όταν στέκομαι σε ένα τέτοιο εκκλησάκι, στη σιωπή που τη σπάει μόνο ένα τριζόνι ή το «κλινκ» της μηχανής μου στον τοίχο, νιώθω σαν να διαβάζω γράμματα από παλιούς αιώνες. Όχι προς λόγιους ή άρχοντες. Προς εμένα. Προς έναν απλό άνθρωπο που κι αυτός ανησυχεί για το αύριο, κι αυτός ψάχνει σημάδια, κι αυτός χρειάζεται ένα χαμόγελο ή έναν φόβο για να νιώσει ότι ζει.
Και ίσως γι’ αυτό επιστρέφω σε αυτούς τους τοίχους – γιατί δεν σωπαίνουν.
Μιλούν.
Για το γάλα, για την κατσίκα, για τη βροχή, για τον φόβο, για την ελπίδα.
Και διαβάζοντάς τα σήμερα, νιώθω για λίγο πως γίνομαι κι εγώ μέρος της ίδιας ιστορίας.