Η σύγχρονη Κρήτη και η Ορθοδοξία – Η ιστορία του νησιού
Πώς η προσευχή, το αλάτι και οι εικόνες διαμόρφωσαν την καθημερινότητα των Κρητικών από τους Ενετούς μέχρι σήμερα.
Όταν ο σημερινός ταξιδιώτης μπαίνει στο αυτοκίνητο και διασχίζει την Κρήτη – είτε το άγριο νότο των Σφακίων είτε τους ήπιους λόφους της Πεδιάδας – έχει την αίσθηση πως γύρω του απλώνεται κάτι περισσότερο από τοπίο. Το νησί εξακολουθεί να αναπνέει την πίστη, όχι όμως εκείνη που απαιτεί κατάνυξη και τελετουργία. Είναι μια πίστη ανακατεμένη με τη ζωή: με τον καφέ στο καφενείο, με τη σκιά του θαμνοκυπάρισσου, με τον καπνό από τα κεριά που καίνε στην πόρτα κάθε εκκλησιούλας. Σε άλλους τόπους οι εκκλησίες γίνονται μουσεία. Στην Κρήτη παραμένουν σπίτια. Μπαίνεις μέσα όχι για να «δεις», αλλά για να χαιρετήσεις μια παρουσία.
Στα χωριά κάποιος ανάβει ένα κερί χωρίς να πει λέξη και ίσως σου ρίξει ένα διακριτικό νεύμα, τάχα πως δεν σε είδε. Για εκείνον είναι μια πράξη καθημερινή. Εδώ δεν υπάρχουν «τουρίστες των εκκλησιών» – υπάρχουν άνθρωποι που απλώς μπήκαν για λίγο, όπως μπαίνει κανείς να κόψει λίγα χόρτα από τον κήπο ή να πάρει πορτοκάλια από τον γείτονα. Στις μικρές εκκλησιές εξακολουθούν να αφήνουν λάδι μπροστά στην εικόνα, να φέρνουν λουλούδια, να σταυρώνουν το πρόσωπο με αγιασμό. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά επιβιώνει σχεδόν αθόρυβα μια παράδοση χιλίων χρόνων: το πανηγύρι. Η γιορτή του χωριού, που δεν είναι θεολογική τελετή αλλά αποκατάσταση της κοσμικής ισορροπίας.
Το πανηγύρι είναι η στιγμή που η πίστη, το κρασί, η μουσική και ο χορός ενώνονται σε ένα ρεύμα. Την ημέρα υπάρχει λειτουργία, φαγητό κάτω από τον πλάτανο, ευλογίες. Τη νύχτα – λύρα, βιολί, τραγούδι που κυλά στα υψώματα σαν ηχώ από το παλιό μοιρολόι των βοσκών. Δεν είναι διασκέδαση, είναι ανανέωση δεσμών. Κανείς δεν ξεχωρίζει το ιερό από το ανθρώπινο. Ίσως γι’ αυτό τα πανηγύρια είναι απόδειξη ότι η Ορθοδοξία επιβίωσε στην Κρήτη όχι ως στεγνή παράδοση αλλά ως κομμάτι της ίδιας της τάξης του κόσμου.
Το επόμενο πρωί, βαδίζοντας στο χωριό, θα ακούσεις τους ανθρώπους να μιλούν για τον άγιο προστάτη σαν να καθόταν μαζί τους στο τραπέζι. Με έναν τρόπο ήταν εκεί – η εικόνα του στο τέμπλο, το κερί που καιγόταν δίπλα, το όνομά του σε κάθε πρόποση. Δεν είναι θρησκεία «υψηλή», αποκομμένη από τη ζωή. Είναι θρησκεία που μεγαλώνει με τους ανθρώπους και πεθαίνει μόνο όταν πεθάνει η μνήμη.
Και στην Κρήτη, η μνήμη δεν πεθαίνει ποτέ.
Αυτή η μνήμη τραβά τον άνθρωπο προς τις μικρές εκκλησίες που σκορπίζονται στα βουνά. Στέκονται μόνες, χτισμένες με πέτρα που στέκεται πεισματικά στη θέση της χάρη σε τοίχους και προσευχές. Κάποιος θα έλεγε πως είναι ερείπια. Μα υπάρχουν μέρες που ο ήλιος περνά από ένα μικρό παράθυρο και πέφτει κατευθείαν πάνω στο πρόσωπο ενός αγίου ζωγραφισμένου πριν από επτά αιώνες – και τότε δύσκολα δεν νιώθεις πως ακόμη σε βλέπει, όπως τότε που ο Παγωμένος ή ο μαθητής του άπλωνε το τελευταίο χρώμα στον νωπό σοβά.
Σε μερικά μέρη, ιδιαίτερα στο Σελινό και στο Καστέλλι Κισσάμου, οι τοιχογραφίες είναι πληγωμένες από τον χρόνο, την υγρασία, την εγκατάλειψη. Κι όμως ακόμη και έτσι φανερώνουν ότι δεν δημιουργήθηκαν σε απομόνωση. Μιλούν για εργαστήρια – μεγάλα, γνωστά, αλλά και μικρότερα, χαμένα από τα αρχεία. Πρέπει να υπήρχαν ολόκληρες οικογένειες ζωγράφων, γενιές τεχνιτών που γύριζαν το νησί, αφήνοντας το πινέλο τους σε ξωκλήσια χτισμένα από δωρεές ανθρώπων που πια δεν υπάρχουν. Πίσω από κάθε τοιχογραφία κρύβεται κάποιος του οποίου το όνομα δεν ξέρουμε· μα το ύφος μιλά: αυτός ο ζωγράφος είδε τον Παγωμένο, εκείνος επηρεάστηκε από την περιοχή της Κανδάνου, ένας άλλος ίσως έμαθε στη βόρεια Κρήτη, εκεί όπου αργότερα γεννήθηκε η τεχνοτροπία που οδήγησε ως τον Ελ Γκρέκο.
Γι’ αυτό η σύγχρονη Κρήτη – η Κρήτη των χωριών, όχι των φυλλαδίων – δεν έχασε το πνευματικό της σώμα. Κάνε μια βόλτα στο Αμάρι, στο Σελινό, στον Μυλοπόταμο, στην Πεδιάδα, στα Σφακιά. Σε κάθε έναν από αυτούς τους τόπους θα βρεις μικρές εκκλησίες που μπορεί να μην έχουν ανοιχτεί επί εβδομάδες, μα στα περβάζια των παραθύρων τους υπάρχουν φρέσκα κεριά από χθες, προχθές ή από το ξημέρωμα. Κάθε εκκλησία είναι μια μορφή αντοχής – σιωπηλής, διακριτικής, απόλυτης.
Το πιο όμορφο όμως είναι ότι αυτή η πνευματικότητα δεν είναι νεκρή κληρονομιά. Εικόνες εξακολουθούν να ζωγραφίζονται – νέες, λαμπερές – συχνά σε ύφος που μοιάζει να συνεχίζει φυσικά τη βυζαντινή παράδοση, μα που φέρει την υπογραφή νέων αγιογράφων. Στο Ηράκλειο, στο Ρέθυμνο και στα Χανιά υπάρχουν εργαστήρια που συνεχίζουν αυτή τη διαδρομή σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε «παλιό» και «καινούργιο». Υπάρχει συνέχεια.
Μερικές φορές, στο ίδιο εργαστήριο, δύο εικόνες κρέμονται δίπλα δίπλα: η μία – αυστηρή, οθωμανικής περιόδου, με χρώμα ραγισμένο σαν φλούδα γέρικου δέντρου· η άλλη – σύγχρονη, με καθαρότερα χρώματα και βεβαιότερη γραμμή, μα βαθιά συνδεδεμένη με την πρώτη. Κοιτώντας τες μαζί, καταλαβαίνεις πως η Κρήτη δεν δέχτηκε ποτέ να γίνει νησί χωρίς μνήμη. Ο κόσμος άλλαξε, μα το βλέμμα της έμεινε ίδιο.
Κάποιος μπορεί να νιώσει πως ενώ η Δύση έχασε την πνευματική της ευαισθησία στην τέχνη, η Κρήτη κράτησε μια τελευταία σπίθα. Ίσως γι’ αυτό οι τοιχογραφίες αιώνων μιλούν σήμερα δυνατότερα από πολλά σύγχρονα έργα. Εκεί όπου η Δύση έχτισε μουσεία, η Κρήτη έχτιζε μικρά εκκλησάκια, όπου οι άγιοι στέκουν τόσο κοντά ώστε νιώθεις πως μπορείς να τους αγγίξεις.
Όταν φεύγεις από μια τέτοια εκκλησία, προσπερνάς μια πέτρινη μάντρα, ένα στενό μονοπάτι, έναν ελαιώνα. Ο ήλιος μετακινείται πάνω από τα Λευκά Όρη. Και τότε σκέψου πως εκεί, μέσα σε αυτές τις ήσυχες εκκλησίες, επιβιώνει κάτι που άρχισε από έναν μοναχό, μία εικόνα, ένα φως. Ξεπέρασε αυτοκρατορίες. Ξεπέρασε Ενετούς, Οθωμανούς, πολέμους και λήθη. Κι έτσι η Κρήτη, ό,τι κι αν γίνει σε εκατό ή διακόσια χρόνια, θα παραμείνει νησί που στην καρδιά του κρατά μια εικόνα. Όχι ως ζωγραφιά. Ως φωνή.