Κρήτη – χρόνια νόσος. Μέρος δεύτερο.

Πώς γίνεται να εθίζει τόσο πολύ;

Όταν πέφτει η νύχτα, η Κρήτη αλλάζει είδος. Δεν είναι πια νησί. Είναι ζωντανή ύπαρξη που αρχίζει να σε δοκιμάζει.

Την ημέρα είναι ακίνδυνη – ελιές, γάτες, μοναστήρια, ήλιος. Το βράδυ όμως η Κρήτη ανοίγει τα χαρτιά της:

«Λοιπόν, δεκαπενθήμερε τουρίστα – θέλεις να μας καταλάβεις; Κάτσε, πιες και προσπάθησε να επιζήσεις ως το πρωί».

Γιατί η κρητική νύχτα δεν είναι διασκέδαση. Είναι τελετή μύησης. Βάπτισμα πυρός και νερού, πέρασμα από Ερυθρά Θάλασσα, κάθαρση με τοπικό απόσταγμα.

Στην αρχή νομίζεις ότι πας «για φαγητό». Αθώε δυστυχή, «φαγητό» είναι ευφημισμός. Είναι τεστ αντοχής του σώματος, του μυαλού και του ήπατος, με στοιχεία λαϊκού θεάτρου.

Πρώτα έρχεται η τσικουδιά. Πάντα. Δεν έχει σημασία αν πεινάς, αν είσαι μεθυσμένος ή αν μόλις γύρισες από κηδεία. Η τσικουδιά είναι σαν μυστήριο εξιλέωσης – προσφέρεται με σοβαρότητα και με το χαμόγελο ανθρώπου που ξέρει ότι σε λίγο θα έχει πλάκα. Εδώ όλα λειτουργούν ανάποδα: πρώτα η σωτηρία, μετά η μετάνοια. Θα εξομολογηθείς και θα ακούσεις εξομολογήσεις. Θα βρεθείς καταμεσής της νύχτας με την ψυχή πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα σε ποτηράκια, ποτήρια και ελεεινά απομεινάρια από αντικριστό.

Δεν μπορείς να αρνηθείς. Αν αρνηθείς, προσβάλλεις όλη την οικογένεια, τέσσερις γενιές πίσω και τη μισή κοινότητα.

Πρέπει να πιεις. Και τότε αρχίζει η ζωή.

Με το πρώτο ποτηράκι γίνεσαι «φίλος». Με το δεύτερο – «αδελφός». Με το τρίτο σχεδιάζετε ήδη να ανοίξετε ταβέρνα στη θάλασσα.

Μετά από λίγα ακόμη δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι, αλλά ξέρεις ότι αγαπιέστε σαν αδέλφια και ότι Ελλάδα και Πολωνία πρέπει να έχουν κοινή εθνική ομάδα γιατί «έχουμε την ίδια ψυχή και την ίδια απέχθεια για τη γραφειοκρατία». Κι αν πάει καλά το βράδυ, στο τέλος θα σχεδιάζετε αυτοκινητόδρομο που ενώνει Πολωνία με Ελλάδα, με περήφανο όνομα «via Kurva-Malaka».

Οι Κρητικοί είναι σαν τον καιρό στα βουνά – όμορφοι, απρόβλεπτοι και λίγο επικίνδυνοι.

Με χαμόγελο θα σε βάλουν στο τραπέζι και μετά από λίγο θα σε ρωτήσουν τι γνώμη έχεις για την Τουρκία.

Μην απαντήσεις. Ποτέ. Δεν είναι ερώτηση. Είναι παγίδα.

Αν πεις «δεν ξέρω», θα ακολουθήσει διάλεξη για το Βυζάντιο, τον Βενιζέλο και τις προδοσίες των Μεγάλων Δυνάμεων.

Αν πεις «έχω άποψη», θα ακολουθήσει διάλεξη για το Βυζάντιο, τον Βενιζέλο και τις προδοσίες των Μεγάλων Δυνάμεων.

Και ούτω καθεξής, μέχρι να ξεχάσεις ποια ήταν η ερώτηση. Δεν έχει σημασία τι θα απαντήσεις – είναι πάντα τεστ. Τεστ χαρακτήρα, τεστ ψυχής. Θα σε υποβάλουν σε ηθική «βιβεκτομή» υπό γενική αναισθησία απόσταξης. Θα βγάλεις την ψυχή σου έξω, κι αν είσαι τυχερός, κάποιος άλλος θα κάνει το ίδιο. Αυτή είναι η ανταμοιβή σου – είσοδος στον κλειστό κύκλο.

Πρόσεχε όμως, ανύποπτε τουρίστα. Αν παραδεχτείς ότι γνωρίζεις τον Βενιζέλο και ξεχωρίζεις τον Σοφοκλή από τον Ελευθέριο, είσαι τελειωμένος. Μόλις έβγαλες εισιτήριο για ανώτερη βαθμίδα μύησης. Καληνύχτα. Αυτή η νύχτα δεν θα τελειώσει νωρίς ούτε αξιοπρεπώς. Θα είναι νύχτα γεμάτη διηγήσεις για ηρωισμούς, προδοσίες, αιματηρές εξεγέρσεις και ελευθερία. Ελευθερία ή θάνατος. Αυτή η φράση ανοίγει την πόρτα στο έβδομο επίπεδο της μύησης. Αλλά πρόσεξε – είναι ακόμη ζωντανή φλόγα.

Και μετά έρχεται ο χορός.

Δεν υπάρχει μουσική από ηχεία· κάποιος έχει πάντα λαούτο, λύρα ή κινητό με YouTube. Και όχι, δεν θα είναι το «Zorba the Greek (extended version)».

Ο χορός στην Κρήτη δεν είναι διασκέδαση. Είναι εξορκισμός. Και ο δαίμονας που θα βγει είσαι εσύ.

Σηκώνονται όλοι, ακόμη και ο παππούς μετά το έμφραγμα. Σε κύκλο, αργά, μετά πιο γρήγορα, μέχρι που δεν ξέρεις αν είναι χορός ή συλλογική μυστικιστική έκσταση.

Κάπου μια γυναίκα τραγουδάει με βραχνή φωνή. Το ξέρεις αυτό. Το έχεις ξανακούσει. Και ξαφνικά όλη η παρέα φωνάζει δυνατά: Είμαι καλά, είμαι καλά, πολύ καλά, για σας το ίδιο επιθυμώ. Και τώρα, τουρίστα, μην παραδεχτείς ότι ξέρεις ποια είναι, τι λέει και ποιος την έγραψε. Εσύ είσαι τουρίστας· η γνώση σου για την ελληνική κουλτούρα πρέπει να περιορίζεται σε συρτάκι και μουσακά. Αν πεις κάτι παραπάνω, μπαίνεις σε νέο κύκλο κολάσεως – θα πίνεις με τα δύο χέρια και θα φιλοσοφείς μέχρι το χάραμα.

Θες να ζήσεις ως αύριο; Θες, πίστεψέ με. Μην πεις λοιπόν ότι συνόδευσες τον Μίκη στο τελευταίο του ταξίδι, μην πεις ότι ξέρεις τον Πρεβελάκη ή τον Καζαντζάκη. Το πρωί θα το μετανιώσεις.

Και θα έρθει εκείνη η κρίσιμη στιγμή που θα σου πουν να χορέψεις, γιατί αν αρνηθείς κάποιος θα πει:

«Μη φοβάσαι, εύκολο είναι».

Όχι. Δεν είναι.

Στα χαρτιά: λίγα βήματα δεξιά, λίγα αριστερά. Στην πράξη: μάχη για ζωή και αξιοπρέπεια, γιατί η τσικουδιά έχει κόψει εδώ και ώρα τη σύνδεση του εγκεφάλου με τα άκρα.

Πάντα θα έρθει η στιγμή που θα σκοντάψεις – και τότε όλοι θα φωνάξουν όπα! και θα σε θεωρήσουν δικό τους.

Γιατί η Κρήτη δεν σε κρίνει – η Κρήτη σε αγκαλιάζει στην αποτυχία σου.

Κάποια στιγμή κάποιος θα προτείνει να πάτε «μια στιγμή, να δείτε κάτι όμορφο».

Δεν είναι ποτέ «μια στιγμή».

Είναι πάντα στροφή, δρόμος χωρίς κιγκλίδωμα, βοριάς, μουσική, δύο σκυλιά και ξαφνικά – στις τέσσερις το πρωί – ένα ξωκλήσι, ερείπια, θάλασσα και ένας άνθρωπος που λέει:

«Εδώ γεννήθηκε η γιαγιά μου, την ώρα του σεισμού. Κανείς δεν πέθανε, γιατί η Παναγία κοίταζε».

Και δεν μιλάς πια. Γιατί σε μια φράση χωράει όλη η Κρήτη: μυστήριο θανάτου, θαύμα γέννησης και η σιγουριά ότι κάπως θα γίνει – πάντα γινόταν.

Κι έπειτα χαράζει. Γυρίζεις με ανθρώπους των οποίων τα ονόματα δεν θυμάσαι (θαύμα που θυμάσαι το δικό σου), αλλά έχεις τους αριθμούς τους στο κινητό ως «Νίκος απ’ τα βουνά» και «Γιάννης με το πρόβατο».

Και ξέρεις ότι αν γυρίσεις μετά από ένα χρόνο, πραγματικά θα σε θυμηθούν. Ίσως όχι από το πρόσωπο – αλλά από τον τρόπο που κρατάς το ποτηράκι.

Γιατί η Κρήτη δεν είναι τουρισμός. Είναι σχέση με ανθρώπους.

Ανάμεσα σε σένα, τον ήλιο, τη σκόνη, το κρασί και εκείνη την παράξενη περηφάνια που κάνει τους Κρητικούς να μη ζητούν τίποτα – αλλά να σου δίνουν τα πάντα, και πάντα υπερβολικά.