Serafiny, cherubiny w kreteńskiej ikonografii.
Byty duchowe w kościołach Krety. Dlaczego są tak rzadkie i wyjątkowe.

Ανάμεσα στους περισσότερους από οκτακόσιους κρητικούς ναούς της βυζαντινής και ενετικής περιόδου, οι παραστάσεις των ανώτερων ουράνιων όντων – των Σεραφείμ και των Χερουβείμ – είναι εντυπωσιακά σπάνιες. Δεν πρόκειται για τυχαίο γεγονός, αλλά για συνέπεια της θεολογικής, λειτουργικής και αρχιτεκτονικής δομής της τοπικής ζωγραφικής παράδοσης. Οι περισσότεροι αγροτικοί ναοί ήταν μονόκλιτοι, με απλή αψίδα και περιορισμένο ζωγραφικό χώρο, ο οποίος έπρεπε πρώτα να φιλοξενήσει τον θεμελιώδη χριστολογικό κύκλο, τις μεγάλες εορτές, τους προφήτες και τους τοπικούς αγίους. Ήταν μια κατηχητική εικονογραφία, για ανθρώπους συχνά αναλφάβητους, για τους οποίους οι τοιχογραφίες λειτουργούσαν ως «Βίβλος σε εικόνες». Η υψηλή αγγελολογία – οι ουράνιες ιεραρχίες, οι θεοφάνειες, οι θρόνοι – εμφανίζεται κυρίως σε μεγαλύτερους αστικούς ναούς ή σε ναούς με ισχυρή οικογενειακή χορηγία. Στους μικρούς κρητικούς ναΐσκους δεν υπήρχε ούτε ο χώρος ούτε η λειτουργική ανάγκη.
Η πολιτική μετάβαση μετά το 1204 εισήγαγε μια νέα δυναμική. Οι Ενετοί αγόρασαν μεν την Κρήτη από τον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, αλλά ουσιαστικά την κυρίευσαν μόλις γύρω στο 1211–1212. Παρότι δεν επρόκειτο για κατάκτηση με κλασική στρατιωτική μορφή, η σύγκρουση της λατινικής εκκλησιαστικής διοίκησης με την τοπική ορθοδοξία δημιούργησε έντονες εντάσεις. Οι νέοι άρχοντες προώθησαν λατίνους κληρικούς, περιόρισαν τη δράση των ορθόδοξων επισκόπων και αναδιάρθρωσαν τις επισκοπές. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά εξεγέρσεων στις αρχές του 13ου και 14ου αιώνα, όπου το θρησκευτικό στοιχείο ενώθηκε με την τοπική ταυτότητα. Ωστόσο, η πραγματικότητα δεν ήταν διπολική: η επαφή με τη λατινική κουλτούρα και αργότερα με την ιταλική αναγέννηση αναζωογόνησε την τέχνη, δημιουργώντας μεταξύ άλλων την κρητική σχολή αγιογραφίας και εμπλουτίζοντας τη λόγια γραμματεία, από την «Ερωφίλη» μέχρι τον «Ερωτόκριτο».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι μορφές των Σεραφείμ και Χερουβείμ αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Για να γίνει αντιληπτή η θέση τους στην κρητική τέχνη, πρέπει να επιστρέψουμε στη θεολογική παράδοση. Από τον 6ο αιώνα, το βασικό κείμενο της χριστιανικής αγγελολογίας παραμένει η «Ουράνια Ιεραρχία» του Ψευδο-Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Εκεί καθορίζεται η δομή των εννέα ταγμάτων των ουράνιων όντων, με την ανώτερη τριάδα – Σεραφείμ, Χερουβείμ και Θρόνους – στην κορυφή. Η βυζαντινή τέχνη υιοθέτησε αυτό το σχήμα ως θεμέλιο. Στην Κρήτη επανεμφανίζεται κυρίως κατά την παλαιολόγεια περίοδο (13ος–14ος αιώνας), όταν ανανεώθηκαν οι δεσμοί με το κέντρο της αυτοκρατορίας. Όμως τα αγροτικά προγράμματα δεν μπορούσαν να εκφράσουν πλήρως αυτή τη μυσταγωγία: οι μορφές απαιτούσαν όγκο, θόλο, τύμπανο, λειτουργικό βάθος.
Σημαντική είναι και η φιλολογική διάσταση. Η εβραϊκή ρίζα שָׂרָף (šaraf) σημαίνει «φωτίζω, καίω» αλλά και «φίδι». Στο βιβλίο των Αριθμών ο Θεός προστάζει τον Μωυσή να φτιάξει «φίδι φλογερό» – ένα seraf. Την ίδια ρίζα φέρουν και τα Σεραφείμ. Συνδέονται με τη φωτιά, όχι ως καταστροφή, αλλά ως αγιαστική ενέργεια που περιφρουρεί το Θείο. Οι ελληνικές μορφές – σεραφείμ και χερουβείμ – δεν μεταφράζονται, αλλά μεταγράφονται.
Ταυτόχρονα πρέπει να ειπωθεί ξεκάθαρα: τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ δεν είναι «άγγελοι» με τη βιβλική έννοια. Στη Γραφή ο άγγελος (Αγγελος / malach) είναι αγγελιοφόρος. Οι Σεραφείμ και οι Χερουβείμ δεν περιγράφονται ποτέ ως αγγελιοφόροι. Είναι φύλακες, περιφρουρούν, αποκρύπτουν και αποκαλύπτουν το Θείο με τον τρόπο που ορίζει η θεοφάνεια.
Η συμβολική των φτερών, που αργότερα θα γίνει συνώνυμη με την αγγελική εικόνα, αρχικά ανήκε αποκλειστικά στα ανώτατα όντα. Στην αρχαία Αίγυπτο τον θρόνο του βασιλιά φρουρούσε ο ουραίοs – η φτερωτή κόμπρα, σύμβολο βασιλικής εξουσίας και προστασίας. Η επιρροή αυτή πέρασε τόσο στη ιουδαϊκή όσο και στη χριστιανική φαντασία. Γι’ αυτό φτερά έχουν κυρίως οι Σεραφείμ (έξι φτερούγες) και τα Χερουβείμ (συχνά τέσσερις ή υβριδικές μορφές). Οι άγγελοι – οι αγγελιοφόροι – δεν έχουν φτερά σε κανένα βιβλικό κείμενο.
Στον Ησαΐα τα Σεραφείμ καλύπτουν πρόσωπο και «πόδες» – ευφημισμός κάλυψης γυμνότητας. Ουσιαστικά καλύπτουν ολόκληρο το σώμα, επειδή ο ρόλος τους είναι να μην επισκιάσουν την Παρουσία του Θεού. Οι Θρόνοι – το τρίτο τάγμα – παραμένουν ακόμη πιο στατικοί, ως καθαρή στήριξη της majestas Dei. Τα Χερουβείμ, στη βυζαντινή λειτουργική τέχνη, εκτείνουν τα φτερά εμπρός από τον θρόνο, σε βαθιά υπόκλιση. Δεν είναι δραματικές μορφές· είναι η ίδια η θεοφάνεια σε συμβολική μορφή. Γι’ αυτό στην κρητική ζωγραφική εμφανίζονται κυρίως εκεί όπου τονίζεται η θεία μεγαλοπρέπεια – Παντοκράτορας στον θόλο, Δέηση, θρόνοι στην αψίδα – όχι σε αφηγηματικούς κύκλους.
Η παρουσία τους σε έναν απλό αγροτικό ναό θα ήταν θεολογικά υπερβολική, ακατανόητη για τον τοπικό πιστό και ασύμβατη με τη λειτουργική αποστολή του χώρου. Η απουσία τους δεν οφείλεται σε άγνοια των αγιογράφων – το αντίθετο: τα κρητικά εργαστήρια διέθεταν υψηλή κατάρτιση. Απλώς η θέση τους ήταν δεμένη με τόπο και λειτουργία: θόλοι, μεγάλες αψίδες, αστικά πρότυπα.
Ακριβώς σε αυτή τη συνάντηση – του λαϊκού προγράμματος, της αυστηρής ορθόδοξης θεολογίας και της πολιτικοθρησκευτικής έντασης της ενετοκρατίας – πρέπει να αναζητηθεί η απάντηση στο γιατί τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ είναι τόσο σπάνια στην Κρήτη και τόσο σημαδιακά εκεί όπου εμφανίζονται.