Παντοκράτορας: Μια Παρουσία που δεν μπορείς να αγνοήσεις

Στους κρητικούς ναούς η μορφή του Παντοκράτορα δεν αφηγείται μια ιστορία – καθιερώνει μια σχέση όπου ο άνθρωπος παύει να είναι το κέντρο και ο Θεός ανακτά τη θέση Του πάνω από τον κόσμο.

Ο Παντοκράτορας δεν γεννήθηκε ως διακοσμητικό στοιχείο ούτε ως τρόπος να «γεμίσει» ο τρούλος. Στη σημερινή του μορφή — μετωπικός, ακίνητος, αιωρούμενος πάνω από τον άνθρωπο — συναντώνται δύο ισχυρές παραδόσεις: η ιουδαϊκή σύλληψη του Θεού ως εκείνου που «κυβερνά όλα τα έθνη» και η ελληνορωμαϊκή ιδέα του κοσμικού τάγματος, όπου κάθε πράγμα έχει τη θέση του. Όταν ο χριστιανισμός ωρίμαζε στην Ανατολή, αυτοί οι δύο ποταμοί ένωσαν τις κοίτες τους σε μια και μόνη διαίσθηση: ότι ο κόσμος είναι υπερβολικά μεγάλος και υπερβολικά εύθραυστος για να προσποιείται ο άνθρωπος πως βρίσκεται στο κέντρο του. Το Βυζάντιο έλυσε αυτή την αλήθεια αρχιτεκτονικά — τοποθετώντας τον Θεό στον τρούλο. Όχι στον τοίχο, τον οποίο μπορείς να προσπεράσεις. Όχι στο ιερό, όπου «κάτι τελείται». Αλλά πάνω από το κεφάλι, εκεί όπου αρχίζει ο ουρανός.

Έτσι, ο Παντοκράτορας έγινε όχι τόσο εικόνα όσο παρουσία. Η μετωπικότητά του δεν είχε σχέση με το ύφος ή την αισθητική· ήταν συνέπεια μιας θεολογικής σκέψης όπου ο Θεός είναι εκείνος που «στέκεται απέναντι» — που βλέπει τον άνθρωπο όπως είναι. Όταν κοιτάζεις τον Παντοκράτορα, δεν βλέπεις σκηνή από τη ζωή του Ιησού. Βλέπεις κάποιον που σε βλέπει. Και αυτό το βλέμμα δεν πηγάζει από συναίσθημα, αλλά από λειτουργία. Ο ανατολικός χριστιανός δεν πήγαινε στον ναό για παρηγοριά ή «διήγηση». Πήγαινε για να σταθεί ενώπιον του Θεού που είναι μεγαλύτερος από τον κόσμο.

Αυτό διαφέρει ριζικά από τη δυτική σκέψη, που κατά τον Μεσαίωνα οδήγησε την τέχνη προς την αφήγηση: φάτνη, σταυρός, θαύματα, παραβολές, δράματα και σκηνές της ζωής. Η Δύση έλεγε την ιστορία ενός Θεού που πλησιάζει τον άνθρωπο, που γίνεται άνθρωπος και μοιράζεται τα συναισθήματά του. Η Ανατολή τρεφόταν από άλλο βίωμα — από τη λατρεία, όπου ο Θεός είναι φως, δόξα, Κριτής, Κύριος του σύμπαντος. Δεν είναι «φίλος του ανθρώπου», είναι το μέτρο του. Δεν είναι ήρωας αφήγησης· είναι Εκείνος ενώπιον του οποίου ο άνθρωπος σιωπά.

Από εδώ προκύπτει η διαφορά του εικονισμού: στη Δύση ο Χριστός κατεβαίνει προς τον άνθρωπο· στην Ανατολή ο άνθρωπος εισέρχεται στον ναό για να μπει κάτω από το βλέμμα του Θεού. Ο Παντοκράτορας δεν εξηγεί, δεν εικονογραφεί· ο Παντοκράτορας θεμελιώνει μια σχέση. Τη μόνη δυνατή σχέση ανάμεσα σε Εκείνον που δημιούργησε τον κόσμο και σε εκείνον που ζει μέσα σε αυτόν. Γι’ αυτό οι κρητικοί ναοί, ακόμη και οι πιο ταπεινοί, έχουν μια ένταση που δεν συγκρίνεται με τίποτα. Εκεί όπου η καμάρα είναι χαμηλή και το φως μπαίνει από ένα μόνο στενό παράθυρο, ο Παντοκράτορας εμφανίζεται ως κάτι πρωτογενές — ως αλήθεια που δεν χρειάζεται λόγια.

Pantokrator – kościół Michała Archanioła w Vathi

Στον ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο Βαθύ, το πρόσωπο του Χριστού — αυτό που φέρει το χέρι του Παγωμένου — είναι σχεδόν υποδειγματική απάντηση στο ερώτημα γιατί η Ανατολή τοποθετεί τον Θεό στον τρούλο. Υπάρχει μια ακινησία που δεν πηγάζει από έλλειψη δυναμισμού αλλά από βεβαιότητα. Ολόκληρη η σύνθεση μοιάζει με κρατημένη ανάσα: η πλατιά δόξα, το ανοιχτό βιβλίο, η ήρεμη χειρονομία ευλογίας και ένα βλέμμα που δεν μπορείς να προσπεράσεις. Δεν υπάρχει αφήγηση. Υπάρχει παρουσία. Και μάλιστα τέτοια, που ο άνθρωπος ανταποκρίνεται μόνο με σιωπή.

Pantokrator – kościół Proroka Eliasza, dzielnica Trachiniakos, Kandanos

Στον Τραχηνιακό ο Παντοκράτορας είναι πιο γήινος, πιο σκοτεινός, σαν να είναι δεμένος με το τοπίο γύρω από την Κάνδανο. Ο σοβάς είναι ραγισμένος, η χρωστική πιο βαριά και το πρόσωπο του Χριστού μοιάζει με άνθρωπο που γνωρίζει τον καύσωνα και τη σκόνη. Κι όμως, πρόκειται για την ίδια θεμελιώδη ιδέα: Θεός που στέκει πάνω από τον κόσμο, αλλά όχι έξω από την πραγματικότητα. Το πρόσωπο δεν είναι υπεροπτικό — είναι αμείλικτο. Το Βυζάντιο ήξερε ότι η αληθινή εξουσία δεν χρειάζεται ούτε δύναμη ούτε θεατρικές χειρονομίες. Αρκεί να επιμένει.

Pantokrator – kościół Panagii przy Agios Ioannis, nad Aradeną

Στην Αράδενα ο Παντοκράτορας έχει κάτι από πληρότητα. Είναι πιο φωτεινός, πιο ήρεμος, πιο τακτοποιημένος — όχι επειδή είναι ήπιος, αλλά επειδή είναι καθαρά ενταγμένος στον ρυθμό ολόκληρης της αψίδας. Το φως που μπαίνει από το μικρό παράθυρο τονίζει τις λεπτές γραμμές του προσώπου και της δόξας, σαν η τοιχογραφία να μη δεσπόζει απλώς στον χώρο αλλά να είναι ριζωμένη μέσα του. Εδώ δεν υπάρχει τραχύτητα· υπάρχει συνοχή. Μια ιδέα που παραμένει επειδή είναι αληθινή, όχι επειδή έχει χρώμα.

Pantokrator – kościół Agia Paraskevi w Anisaraki

Στο Ανισαράκι το πρόσωπο του Παντοκράτορα είναι πια μόνο ίχνος — σκιά φωτός και περίγραμμα ματιών που σχεδόν χάθηκαν αλλά όχι τελείως. Και ακριβώς γι’ αυτό συγκλονίζει περισσότερο. Αυτός ο Χριστός είναι σαν απόηχος της αρχέγονης σύλληψης: ακόμη κι αν η εικόνα φθαρεί, η ιδέα που φέρει μένει άθικτη. Ο άνθρωπος βλέπει λιγότερα· ο Θεός εξακολουθεί να βλέπει. Και αυτό, παραδόξως, είναι το πιο συγκινητικό.

Τέσσερις ναοί, τέσσερα χέρια, τέσσερις βαθμοί φθοράς — κι όμως μία σύλληψη. Μία θεολογία. Μία κατανόηση του ποιος είναι ο Θεός: όχι ήρωας αφήγησης, όχι μορφή σε ιστορία, αλλά σταθερό σημείο που στέκει στην αρχή και στο τέλος των πάντων. Γι’ αυτό όταν βγαίνεις από έναν τέτοιο ναό, νιώθεις ότι είδες κάτι που δεν ήταν εικόνα. Ο Παντοκράτορας δεν είναι σκηνή. Ο Παντοκράτορας είναι η απάντηση σε ένα ερώτημα που ο άνθρωπος κουβαλά από πάντα: ποιος βλέπει πρώτος;