Υποκειμενική λίστα πραγμάτων που με εκνευρίζουν.

Ό,τι με εκνευρίζει, με ενοχλεί και με διασκεδάζει – χωρίς ύφος, με πολύ χιούμορ.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή για τη δική μου, απολύτως προσωπική, κρητική λίστα· μια συλλογή πραγμάτων αστείων, ενοχλητικών και τρυφερά εκνευριστικών. Όλα μέσα από το βλέμμα ενός τουρίστα δύο εβδομάδων, οπότε μην πάρετε τίποτα πολύ στα σοβαρά. Δεν συγκρίνομαι με τους παλιούς γνώστες του νησιού, αυτούς που ξέρουν κάθε κατσάβραχο και κάθε κατσικούλα με το μικρό της όνομα. Εγώ απλώς παρατηρώ κι αφηγούμαι.

Αναγκαστικά μιλώ για την Κρήτη, αλλά πολλά απ’ όσα περιγράφω θα μπορούσαν να συμβούν σε οποιοδήποτε ελληνικό νησί ή και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Κάποια είναι καθαρά κρητικά, αλλά δεν θα τα αναλύσουμε σαν λαογραφική διατριβή. Αυτά είναι τα δικά μου σημειώματα, όχι πανεπιστημιακό σύγγραμμα.

Τεχνικά ζητήματα

Ας ξεκινήσουμε από το πιο κρίσιμο θέμα της ελληνικής καθημερινότητας: τις τουαλέτες. Θέλετε δε θέλετε, αποτελούν βασικό μέρος της ταξιδιωτικής εμπειρίας. Ο παράδεισος της Κρήτης χάνει την αίγλη του όταν το στομάχι αρχίζει τις επαναστάσεις και αντιλαμβάνεσαι ότι δεν υπάρχει τίποτα γύρω πέρα από πουρνάρια και κατσίκες.

Κι όταν επιτέλους βρίσκεις τουαλέτα, ξεκινά η οδύσσεια:

– Το χαρτί είναι τόσο λεπτό που αναρωτιέσαι αν πρόκειται για χαρτί ή φιλοσοφική ιδέα. – Το 80% των πορτών δεν κλειδώνει. Καθόλου. Ούτε μάνταλο, ούτε γαντζάκι, ούτε «κάτι να κρατήσει». – Κρατάς την πόρτα με το πόδι, ενώ κάθεσαι. – Αν είσαι όρθιος, ελπίζεις μόνο σε θαύμα.

Αν υπάρχει καπάκι, συνήθως κουνιέται σαν καΐκι σε φουρτούνα. Αν δεν υπάρχει, η κρύα πορσελάνη αναλαμβάνει την εκπαίδευσή σου.

Και φυσικά, το καλάθι. Ναι, εκεί που πρέπει να πετάξεις το χαρτί. Πολλοί τουρίστες νομίζουν ότι πρόκειται για αστείο. Δεν είναι. Καλώς ήρθες στις ελληνικές σωληνώσεις.

Στο τέλος μένει μόνο να φύγεις – αν βέβαια ανοίξει η πόρτα. Η ξεχαρβαλωμένη πόρτα είναι κλασική ελληνική εμπειρία. Αν ανοίγει προς τα έξω, σώθηκες. Αν όχι… καλή τύχη.

Δεύτερο μέρος: δρόμοι, παραδρόμια και ο κρητικός κώδικας οδήγησης

Τυπικά η Κρήτη έχει τον ίδιο ΚΟΚ όπως όλη η Ευρώπη. Τυπικά.

Στην πράξη υπάρχει κάτι που μόνο η Κρήτη διαθέτει: έναν δικό της, άγραφο κώδικα, που βασίζεται στο αξίωμα «λίγο όπως να ’ναι, αρκεί να προχωράμε».

Τα πρώτα λεπτά στην κυκλοφορία μιας κρητικής πόλης μπορεί να σου προκαλέσουν υπαρξιακό σοκ. Τα νεύρα σου δοκιμάζονται από:

– τρία αυτοκίνητα σε δύο λωρίδες, – άλλα δύο που προσπαθούν να μπουν κάθετα, – μηχανάκια που εμφανίζονται από παντού, – κορναρίσματα με τη συχνότητα βηματοδότη.

Το περίφημο σιγά–σιγά δεν ισχύει καθόλου στους δρόμους. Αν αργήσεις 0,1 δευτερόλεπτο στο πράσινο, έχεις ήδη 12 οδηγούς να σε στολίζουν με ποικιλία λεξιλογίου.

Και μετά, 100 μέτρα παρακάτω, ο ίδιος αυτός οδηγός σταματά στη μέση του δρόμου για να μιλήσει από το παράθυρο με ξάδερφο τρίτου βαθμού. Εκεί, φυσικά, ενεργοποιείται το κανονικό σιγά–σιγά.

Έπειτα έχουμε την εθνική οδό – τον BOAK. Ευθεία, φαρδιά, επικίνδυνη. Το μεγαλύτερο μυστήριο για έναν ξένο είναι γιατί όλοι οδηγούν στο… πεζοδρόμιο. Η εξήγηση έρχεται όταν μια νταλίκα σε προσπερνά σε διπλή διαχωριστική, νύχτα, σε στροφή. Τότε καταλαβαίνεις: η λωρίδα κυκλοφορίας είναι για τους τολμηρούς. Το έρεισμα όμως; Σωτηρία.

Τέλος, τα χωριά. Στενά σαν κρητική τσικουδιά: λίγη, δυνατή, επικίνδυνη. Μπαίνεις, προχωράς αργά, σταυροκοπιέσαι… και εύχεσαι να μην έρθει αντιθέτως αγροτικό.

Τρίτο μέρος: ταβέρνες και φαγητό

Εδώ ξεκινά το πραγματικό χάσμα κουλτούρας.

Για τον Έλληνα – ειδικά τον Κρητικό – η ταβέρνα δεν είναι «βγαίνω για φαγητό». Είναι μετακόμιση προσωρινής κατοικίας. Κάθεσαι με τις ώρες, παίζεις κομπολόι, λες ιστορίες, τσιμπολογάς, ξαναλες ιστορίες.

Οι μερίδες; Γιγαντιαίες. Αν είσαι από την Κεντρική Ευρώπη, νομίζεις ότι έφτασε το συσσίτιο έκτακτης ανάγκης. Αν είσαι από την Κρήτη, απλώς λες «καλή όρεξη» και συνεχίζεις.

Και μετά έχουμε το μυστήριο της ελληνικής εξυπηρέτησης: Ο σερβιτόρος εξαφανίζεται.

Σου φέρνει το φαγητό, τρως, έχεις στοιβάξει δέκα πιάτα, έχεις κάνει μικρογλυπτική με τα κουτάλια, κι εκείνος… άφαντος. Δεν έρχεται να ρωτήσει «όλα καλά;». Ξέρει ότι είναι καλά – γιατί να σε ενοχλήσει;

Τον φωνάζεις μόνο όταν τελειώσεις. Κι αν ξέρεις και δυο–τρία τοπικά νοήματα, αμέσως από «τουρίστας» γίνεσαι «φίλος». Κι είναι όντως ωραίο αυτό.

Και κάπου εδώ τελειώνουν οι τρεις καβαλάρηδες της μικρής μου «κρητικής αποκάλυψης».

Κι οφείλω να πω το αυτονόητο: Η Κρήτη είναι υπέροχη. Ό,τι γράφω είναι με χιούμορ, με αγάπη και με διάθεση να γελάσουμε – όχι να κάνουμε κήρυγμα.

Όσο κι αν μερικά πράγματα σε εκνευρίζουν, στο τέλος μένεις με ένα τεράστιο χαμόγελο και μια αίσθηση ότι… ναι, θα ξαναγυρίσω.

Γιατί έτσι λειτουργεί το νησί.