Πόσος ιουδαϊσμός απέμεινε στην ανατολική ορθοδοξία – μέρος IV
Η ανατολική ορθοδοξία, αν και διαμορφώθηκε στον ελληνικό κόσμο, σκέφτεται τον Θεό περισσότερο όπως ο Ισραήλ παρά όπως η ύστερη λατινική Ευρώπη.
Όλα αυτά τα νήματα — η εικόνα, η λατρεία, η απαγόρευση απεικόνισης του Θεού, η αποφατική θεολογία, ο ρυθμός της θυσίας — συγκλίνουν τελικά σε μια κοινή πηγή. Η ανατολική ορθοδοξία, αν και διαμορφωμένη στον ελληνικό κόσμο, σκέφτεται τον Θεό περισσότερο όπως ο Ισραήλ παρά όπως η ύστερη λατινική Ευρώπη. Δεν πρόκειται για «δανεισμό από τον ιουδαϊσμό», αλλά για μια συνειδητή αποφυγή του να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που συνδέει τον χριστιανισμό με τη ρίζα του.
Ο ιουδαϊσμός δίδασκε ότι ο Θεός είναι παρών αλλά όχι κατεχόμενος. Κοντινός αλλά απρόσιτος. Ακουστός αλλά αόρατος. Η ορθοδοξία αποδέχθηκε αυτό το παράδοξο χωρίς προσπάθεια εξημέρωσής του. Άφησε τον Θεό μέσα στο μυστήριό Του. Στην εικόνα αυτό φαίνεται αμέσως: απεικονίζεται μόνο Εκείνος που έλαβε σάρκα. Τα υπόλοιπα μένουν στο χρυσό φόντο, στο άμορφο φως. Η Δύση χρειάστηκε εικόνα του Θεού Πατέρα· η Ανατολή γνώριζε ότι αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο.
Ο ιουδαϊσμός προσευχόταν με ρυθμό, όχι με αυτοσχεδιασμό. Η ορθοδοξία έκανε το ίδιο. Η Λειτουργία μοιάζει με την ταμίντ: σταθερή, αμετάβλητη, παλλόμενη με την καθημερινότητα που δεν κουράζει αλλά αγιάζει. Δεν μετρά η ομιλία ούτε η συγκίνηση ούτε η προσωπική ερμηνεία του ιερέα. Μετρά η είσοδος στον ιερό χρόνο. Η συμμετοχή στον ρυθμό του Θεού που συνεχίζει. Αυτό είναι σημιτικό μέχρι το κόκαλο.
Ο ιουδαϊσμός πίστευε ότι η αγιότητα είναι χώρος, όχι ιδέα. Η ορθοδοξία σκέφτεται το ίδιο. Το τέμπλο δεν είναι διακόσμηση ούτε εμπόδιο. Είναι συμβολικό κατώφλι, όπως το καταπέτασμα στον Ναό. Δεν το «εφηύρε» η θεολογία· το υπαγόρευσε η διαίσθηση: ο Θεός είναι κοντά, αλλά η εγγύτητά Του δεν καταργεί το μυστήριο. Η αγιότητα χρειάζεται όριο, αλλιώς γίνεται κοινοτοπία.
Ο ιουδαϊσμός δεν είχε εμμονή με την «αμαρτία ως ενοχή». Τον ενδιέφερε ο δρόμος: η διαθήκη, η μεταμόρφωση, η αργή προσέγγιση προς τον Θεό. Η ορθοδοξία υιοθέτησε αυτή τη λογική σχεδόν απαράλλαχτα. Η θεμελιώδης λέξη της δεν είναι «τιμωρία» αλλά θέωση. Ο άνθρωπος δεν είναι τόσο ένοχος όσο ανολοκλήρωτος. Και γι' αυτό ο Θεός δεν τιμωρεί· θεραπεύει. Αυτό είναι το πνεύμα των προφητών, όχι των νομικών.
Ο ιουδαϊσμός αγαπούσε τους ψαλμούς. Η ορθοδοξία δεν τους εγκατέλειψε ποτέ. Η Δύση προχώρησε σε σχολαστικές μορφές προσευχής· η Ανατολή έμεινε πιστή στη ψαλμική μελωδία, που δεν είναι ύμνος αλλά προσευχή στην πιο αρχαϊκή της μορφή. Γι’ αυτό η ανατολική προσευχή ακούγεται συχνά σαν να σχίζεται ακόμη το καταπέτασμα του Ναού.
Και τέλος, ίσως το σημαντικότερο: στον ιουδαϊσμό ο Θεός είναι κάποιος που δεν χωρά σε έννοια ούτε σε όνομα. Η ορθοδοξία, μέσα από τα στόματα των πατέρων της, λέει το ίδιο: η θεολογία αρχίζει με τη σιωπή. Όχι με ορισμούς, όχι με συστήματα, αλλά με την αναγνώριση ότι ο Θεός υπερβαίνει τα πάντα — ακόμη και τις καλύτερες λέξεις μας γι’ Αυτόν. Γι’ αυτό στην Ανατολή το όνομα του Ιησού δεν είναι αφηρημένο· είναι προσευχή. Και η θεολογία δεν είναι σύστημα· είναι θεωρία, κατάνυξη.
Αν συνδέσει κανείς όλα αυτά τα νήματα, προκύπτει μια εικόνα εκπληκτικά συνεκτική: η ορθοδοξία δεν «πήρε κάτι από τον ιουδαϊσμό», αλλά διαφύλαξε εκείνα τα στοιχεία της πνευματικότητας που από την αρχή αποτελούσαν το DNA της βιβλικής πίστης — στοιχεία που η Δύση, μέσω της ανάπτυξης της φιλοσοφίας, του δικαίου και του ατομικισμού, μετέτρεψε σε έναν διαφορετικό, εξίσου σημαντικό, αλλά άλλο δρόμο.
Η ορθοδοξία είναι πιο σημιτική στον τρόπο προσευχής, πιο βιβλική στη σκέψη περί αγιότητας, πιο αρχαιοδιαθηκική στον δομικό ρυθμό της λατρείας, πιο πιστή στην απαγόρευση απεικόνισης του Θεού, πιο ανοιχτή στο μυστήριο, πιο επιφυλακτική απέναντι στη διανοητική βεβαιότητα, πιο πιστή σε αυτό που δεν εκφράζεται με λόγια — αλλά μόνο ψάλλεται, θυμιάζεται, καλύπτεται, αποκαλύπτεται, παρίσταται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ιουδαϊσμός και η ορθοδοξία είναι δογματικά συγγενείς. Αλλά σε επίπεδο πνευματικής ευαισθησίας, στον τρόπο βίωσης του Θεού, στην κατανόηση της αγιότητας — τους ενώνει αυτό που η Γραφή ονομάζει φόβο Κυρίου: η γνώση ότι η Θεότητα είναι φωτιά που δεν εξημερώνεται, αλλά την προσεγγίζεις με δέος και αγάπη.
Μένει ακόμη μια τελευταία πινελιά, που ολοκληρώνει το νόημα αυτής της σειράς: γιατί αξίζει κανείς να μιλά για τον ιουδαϊσμό όταν γράφει για την ορθοδοξία, για τις εικόνες, για τις τοιχογραφίες; Γιατί αυτό δεν είναι μια ιστορική περιέργεια ούτε μια εύκολη «θρησκειολογική παραλληλία»; Και γιατί — γράφοντας για τους βυζαντινούς ναούς, για τον Παγωμένο, για τις κρητικές τοιχογραφίες — μπαίνω καν στον χώρο του αρχαίου Ισραήλ;
Διότι αν θέλει κανείς να αγγίξει το κέντρο της εικόνας, πρέπει να κατέβει βαθύτερα από το Βυζάντιο. Η εικόνα δεν γεννιέται από τη φαντασία του καλλιτέχνη. Δεν υπάρχει επειδή κάποιος θέλησε να «εικονογραφήσει» μια βιβλική σκηνή. Δεν είναι διακόσμηση. Δεν είναι αισθητική. Είναι συνέχεια. Μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο αν καταλάβει κανείς από τι ξεκινά: από την προσευχή του Ισραήλ, από τον τρόπο βίωσης της αγιότητας, από τη στάση απέναντι στο λόγο και στην εικόνα, από τη διαίσθηση ότι ο Θεός δεν χωρά σε μορφή — εκτός αν Εκείνος ο Ίδιος επιλέξει να φανερωθεί.
Η Δύση ανέπτυξε τη δική της θεολογία της εικόνας — όμορφη, σημαντική — αλλά αποκομμένη από αυτή την αρχαία, βαριά, αυστηρή βιβλική γη. Η Ανατολή δεν την αποκοψε ποτέ. Όχι επειδή ήθελε να είναι «πιο ιουδαϊκή», αλλά επειδή δεν ξέχασε ότι η Αποκάλυψη άρχισε πριν από το Ευαγγέλιο, πριν από τον Χριστό — στη φωνή των προφητών, στους ψαλμούς, στον Ναό, στην απαγόρευση των ειδώλων, στον ρυθμό της ταμίντ.
Αν το ξεχάσει κανείς, η εικόνα γίνεται αίνιγμα. Αν το θυμάται — όλα αποκτούν συνοχή.
Γι’ αυτό γράφω για τον ιουδαϊσμό. Διότι χωρίς αυτό η εικόνα γίνεται επίπεδη. Η τοιχογραφία χάνει το νόημά της. Η βυζαντινή αισθητική μοιάζει εξωτική και όχι θεολογική αναγκαιότητα. Δεν μπορεί κανείς να εισέλθει πραγματικά στη λογική της ανατολικής αγιογραφίας χωρίς να κατανοήσει ότι είναι προέκταση της ίδιας της Αποκάλυψης — όχι μόνο της χριστιανικής, αλλά της βιβλικής στον βαθύτερο πυρήνα της.
Η εικόνα είναι όπως είναι επειδή δεν μπορούσε να είναι αλλιώς. Η τοιχογραφία είναι αυτό που είναι επειδή ξεπηδά από μια πολυαιώνια πεποίθηση ότι ο Θεός δεν χωρά στη φαντασία του ανθρώπου — αλλά μπορεί να συναντηθεί μέσα στο φως, στον ρυθμό, στο σύμβολο, στον ιερό χώρο που είναι περισσότερο προσευχή παρά εικόνα. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς επιστροφή στις ρίζες — όχι στο Βυζάντιο, αλλά στον Ισραήλ, στους ψαλμούς, στον Ναό, στην απαρχή της σκέψης περί Θεού.
Μόνο τότε η ορθοδοξία παύει να φαίνεται εξωτική και γίνεται λογική. Και μόνο τότε οι τοιχογραφίες των κρητικών λίθινων ναών — αυστηρές, ωραίες, γεμάτες φως — αρχίζουν να μιλούν με ολόκληρη τη φωνή τους.